Το ζεϊμπέκικο

Κώστας Παπαδημητρίου

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα, είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Δίκαια το αποκαλούν ''Ο μοναχικός θρήνος''....!!!!

Ο ζεϊμπέκικος δεν έχει βήματα, γιατί είναι αυτοσχεδιασμός. Ο καθένας χορεύει τον εντελώς δικό του, ιδιαίτερο, ειδικό, ατομικό ζεϊμπέκικο.
Ο Ζεϊμπέκικος ήταν καθαρά ανδρικός χορός, αργός και βαρύς. Αρκούν τέσσερα τετραγωνικά μέτρα δάπεδο στερεό και επίπεδο. Αποκλείεται ένας μάγκας να χορέψει χωρίς μεράκι ή νηστικός από πιοτό, κι όταν ενώ χορεύει του πέσουν από τις τσέπες πράγματα αποκλείεται να σκύψει για να τα μάσει.
Πριν από 60 χρόνια χόρευαν τον ζεϊμπέκικο κραδαίνοντας μαχαίρια.

 

Η περιγραφή της προετοιμασίας του ζεϊμπέκικου είναι σαφής:

''Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.''
(Τσέτσης)

Ο αληθινός άντρας (ή γυναίκα) δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του, αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά, βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο ''σωστός'' χορεύει άπαξ, δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.

 

Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

''Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.''
(Τσιτσάνης)

''Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου. ''
(Βαμβακάρης)

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα, πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου. Είναι χορός μοναχικός.

Η Ζαχαρένια Βαλαβάνη από την Πάνω Πόλη, η Λιλή της νύχτας των ρεμπέτικων της Θεσσαλονίκης, η Λιλή - θρύλος της Θεσσαλονίκης, η Λιλή της δεκαετίας του '70, του '80, του '90 έφυγε. Μόνη....
Δεν θα την ακούσουν ποτέ να τους φωνάζει "σήκω Γιώργη", την ώρα που ο Σωκράτης κεντούσε τις πρώτες πενιές στο "Υπάρχουν κάτι ξενύχτες που δεν αλλάζουν ποτέ" και η Λιλή άρχιζε να λικνίζει τα κιλά και τα χρόνια της πάνω στα γοβάκια της, που άγγιζαν στις μύτες την πίστα του υπόγειου.
Δεν ηχογράφησε δίσκους, δεν κατέβηκε ποτέ στην Αθήνα να τραγουδήσει ­ κι ας της το ζήτησαν... "Γιατί να πάω; Δεν την μπορώ εγώ την Αθήνα. Αφού έρχεται η Αθήνα και με βλέπει. Εγώ θα πάω σ' αυτούς; Εδώ οι άνθρωποι είναι ακόμα γνήσιοι". Έτσι νόμιζε.
Τα αγαπημένα της "ευρωπαϊκά" δεν πουλούσαν πια. "Ο Μουσχουντής μου 'μαθε τα ρεμπέτικα. Και τις βρισιές απ' αυτόν τις έμαθα. Αυτός μου 'μαθε το "μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, μπάτσοι...". Δεν γράφονται τα υπόλοιπα. Προσβάλλουν. Η Λιλή δεν ένιωθες ότι πρόσβαλε κανέναν όταν τα 'λεγε από το μικρόφωνο. Πείραζε τους πελάτες, περισσότερο και σκληρότερα αν ήταν δημόσια πρόσωπα, και ιδιαίτερα πολιτικοί. Σάρκαζε τους "ντεμέκ" (τους δήθεν), σήκωνε τη φούστα και έδειχνε το... λαστέξ της, τους έγραφε όλους στα γοβάκια της, παρίστανε αυτοσαρκαζόμενη την παιδούλα.
Σόου γούμαν; "Μαγκιά μου είναι. Ακου... σόου. Τους κοροϊδεύω. Τους ξεφτιλίζω. Και τις ντεμέκ γκόμενες και τους ντεμέκ μάγκες και την εξουσία". Έτσι έλεγε.
Και ο θάνατος; "Τι να φοβηθώ; Αρκεί να είμαι σε κανένα ταβερνάκι με φίλους και να τραγουδάω. Νά 'μαι όρθια, να το νιώσω ότι φεύγω και να τους πως "Το τελευταίο βράδυ μου απόψε το περνάω, κι όσοι με πίκραναν πολύ... τους γράφω".
Η Λιλή έφυγε μόνη της. Τη βρήκαν καθισμένη στην πολυθρόνα. Κάποιοι γείτονες είπαν ότι απ' το διαμέρισμα ακουγόταν τελευταία το "Je ne regrette de rien" ("Δε μετανιώνω για τίποτα") της Εντίθ Πιαφ...

 

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός (και ας το χορεύουν καλύτερα από τους άντρες αρκετές φορές).
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων, είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας, είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια.

''Βαριά σεκλέτια έχω απόψε.....''
Τσιτσάνης

 

Και, όσο χορεύει ο μάγκας (ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».), τόσο μαυρίζει.
Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι κυρίες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του, δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.

Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.

Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο, δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες. Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος. αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.

Δυστυχώς σήμερα σε μεγάλο ποσοστό, το ζεϊμπέκικο είναι χορός επίδειξης είτε αν χορεύεται από άντρες είτε από γυναίκες. Ο χορευτής ενδιαφέρεται να φανεί, να γίνει ορατός, να δειχθεί. Το ζεϊμπέκικο σαν χορός του άνδρα με τον εαυτό του και τη γη ενάντια στον θάνατο, έχει περάσει μάλλον στη λήθη.

Ο χορευτής άλλοτε έχει σκυφτό το κεφάλι και στρέφεται προς τον εαυτό του με το σώμα του να κλίνει και άλλοτε σηκώνει ψηλά το κεφάλι απευθυνόμενος στην ανώτερη δύναμη που θεωρεί ότι ορίζει τη ζωή του. Απομονώνεται από τον περίγυρο και χορεύει μόνος του με κινήσεις που δείχνουν τη θλίψη του αλλά και την διέξοδό του στο θείο.

 

Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Ξημερώματα στις 3, με έπαιρνε από το χέρι και με πορεία για τον Όμιλο Θεσνικης (ΙΟΘ) να συναντήσουμε την ''καλή'' του κόρη, την βάρκα του. Η ψαριά καλή, 5-6 ανέβαζε αυτός, ένα με το ζόρι εγώ. Και καμάρωνε που ήμουν μαζί του. Άλλωστε ήμουν το μοναδικό εγγόνι που ακολουθούσε. Μετά την ψαριά, μάζωξη στο καπηλειό του Ομίλου. Ήμουν ο μικρότερος βέβαια και θαύμαζα από κοντά έναν κόσμο που τον ένοιωθα δικό μου. Τα τσίπουρα ζέσταιναν την ατμόσφαιρα (εγώ ''υποβρύχιο'') και εκεί άρχιζε η ομορφιά, η μοναδικότητα μιας εποχής. Και κείνος από τη χαρά του σηκωνόταν και χόρευε ένα ζεϊμπέκικο-το καλύτερο-όπως πίστευε και έλεγε
πάντα. Λες και ξόρκιζε εκείνη την ώρα μακριά από τις δυσκολίες της ζωής, με μια λεβεντιά περίσσια....Πάνε πολλά χρόνια από τότε, παραγγελιά στην ερημιά
στην μοναξιά και στον καημό.

 

Ο ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ λοιπόν, προέρχεται από μια φυλή της Μικράς Ασίας, τους ΖΕΪΜΠΕΚΗΔΕΣ.
Οι Ζεϊμπέκηδες ήταν επαγγελματίες πολεμιστές, και σε πολλές περιπτώσεις ήταν ένα «αγκάθι» στα πλευρά του Σουλτάνου, ο οποίος προκειμένου να απαλλαχθεί απ' την ενοχλητική και επικίνδυνη παρουσία τους, άλλοτε τους «εκτόπιζε» ομαδικά, και άλλοτε (ανάλογα με την περίσταση) τους «χάιδευε» δίνοντας τους διάφορα αξιώματα.
Οι ζεϊμπέκηδες φορούσαν μια εξαιρετικά όμορφη ενδυμασία, που έκανε το χορό τους ιδιαίτερα θεαματικό!

Ο ζεϊμπέκικος, ο χορός των χορών, δεν έχει βήματα!
Μόνο «φιγούρες»!
Είναι χορός «μοναχικός», και ΜΟΝΟ για άντρες.
Ο κάθε ρεμπέτης, είχε τις δικές του φιγούρες, με τις οποίες εκφραζόταν.
Επίσης, ο κάθε ρεμπέτης χόρευε ΜΟΝΟ ΕΝΑ συγκεκριμένο τραγούδι!
Βάσει λοιπόν του «εθιμοτυπικού», ο ζεϊμπέκικος δεν είναι χορός για «χόρταση», και ο ρεμπέτης όταν χόρευε, χόρευε ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ!
Εκείνος που θα τολμούσε να διακόψει έναν ρεμπέτη που χόρευε ζεϊμπέκικο, «έπαιζε με το θάνατο».
Για αυτό το λόγο, έγινε γύρω στα 1940 ο θεσμός της «ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ».
Βάσει της παραγγελιάς, οι μουσικοί προαναγγελναν το όνομα του «ιδιοκτήτη» του χορού.
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να βάλουμε και κάποια πράγματα στη θέση τους!
Ακούμε όλοι, πολλές φορές τον όρο «ΒΑΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ».
Προς κάθε ενδιαφερόμενο, άσχετο, αφελή, και όποιος τέλος πάντων χρησιμοποιεί αυτό τον όρο, πρέπει να πω ότι το ΒΑΡΥ, είναι ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΦΕΔΕΣ, και όχι για τον χορό των χορών!
Δεν υπάρχει «βαρύ» και «ελαφρύ» ζεϊμπέκικο.
Αντίθετα, υπάρχει το ΑΡΓΟ, και το ΓΡΗΓΟΡΟ, ανάλογα με το πως είναι διαμορφωμένος ο ρυθμός των 9/8!
Ο ζεϊμπέκικος είναι ένας «λαβύρινθος», μέσα στον οποίο δεν χανόταν ποτέ ο ρεμπέτης.
Περίτεχνοι αυτοσχέδιοι βηματισμοί (όχι βήματα), στολισμένοι με προσωπικές φιγούρες, μέχρι και με «ακροβατικά»!
Π.χ, ο ρεμπέτης, χόρευε έχοντας στο κεφάλι το ποτήρι του γεμάτο κρασί, χόρευε σηκώνοντας με τα δόντια ένα τραπέζι, χόρευε πηδώντας πάνω από καρέκλες, χόρευε κραδαίνοντας μαχαίρια (έθιμο που υιοθέτησαν οι ρεμπέτες από τους ζεϊμπέκηδες).
Όταν ο ρεμπέτης τελείωνε τον χορό του, η καλύτερα την «επίδειξη», τελείωνε με μια «ανάλυα», δηλαδή μια λέξη της τούρκικης «αργκό»!
Η ανάλυα αποτελούσε μια τελετουργία, σύμφωνα με την οποία ο ερωτευμένος «καπάνταης» στεκότανε στο δρόμο κάτω από το «καφασωτό» παράθυρο της σκληρόκαρδης, και άρχιζε να σχίζει τα μπράτσα του με μαχαίρι!
Οι ζεϊμπέκηδες έπαιρναν τις «ανάλυες» τους ενώ χόρευαν.
Το έθιμο αυτό, πέρασε και στην Ελλάδα, όπου ο κάθε βαρυμαγκας κάρφωνε την «καμα» του στην φτέρνα του, και συνέχιζε τον χορό!
Δυστυχώς, σήμερα ο ζεϊμπέκικος χάλασε από όλους εκείνους που δεν γνωρίζουν την ιστορία του, η σκόπιμα την αγνοούν!

 

Tο ζεϊμπέκικο είναι το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.

Ήταν 5:30 ξημερώματα πριν λίγες μέρες, καθ΄οδόν για τη δουλειά.

...Πήραν τα φρύγανα φωτιά
απ' τα καυτά μας τα φιλιά.....


Απίστευτο ...μουρμούρισα, ποιος άραγε το θυμήθηκε αυτό το ''βαρύ'' ? Τηλέφωνο στο σταθμό και ρωτώ ποιος έβαλε την αφιέρωση. Δύο ''παλιές'' κυρίες που εκείνη την ώρα δούλευαν σε έναν από τους πιο παλιούς φούρνους της πόλης.

Τραγούδι της ''Πόλης'' του 1922 το οποίο και διασκευάστηκε. Σας δίνω μετά από πολύ ψάξιμο το αυθεντικό. Ένα βαρύ ζεϊμπέκικο όπως και την ώρα που το άκουσα.

Πήραν τα φρύγανα φωτιά
και κόψανε τον μαχαλά.
Γεια σου Δήμητρα μου.
Ε κόψανε και μένανε
που μ' είχε η μάνα μου έβανε.
Άνοιξε μάνα, άνοιξε, γιατί με κυνηγούνε
κι αν δεν ανοίξεις το πορτί,
το αίμα μου θα πιούνε.

 

Το ζεϊμπέκικο είναι μυσταγωγία και για αυτό δεν έχει βήματα, παραμένει αιώνια ένας αυτοσχεδιασμός. Το ζεϊμπέκικο είναι ιερό, είναι δυο χέρια με βεργούλες, μια συννεφιασμένη Κυριακή που πέφτουν της βροχής οι στάλες στη φυλακή του Κοεμτζή.

 

Το Ζεμπέκικο είναι ο χορός του μάγκα και η μαγκιά δεν έχει φύλο. Μπορείς να τη βρεις σε κάθε ηλικία, κάστα και φύλο. Είναι το μην προσποιείσαι, όπως λέει κι ένα τραγούδι...
"κάνω τον πόνο ζεμπεκιά και τον χορεύω"
Δεν αντέχω να βλέπω αυτά τα κοριτσάκια ή και τα αγοράκια αντίστοιχα που δεν ξέρουν γιατί το χορεύουν, απλά άπτονται της ευκαιρίας να τους δουν οι άλλοι να χορεύουν.
Κι όμως δεν είναι αυτό ζεμπεκιά. Ζεμπεκιά είναι το να χορεύεις το κομμάτι που σε εκφράζει, το να χορεύεις μπροστά σε εκατό άτομα ή σε κανέναν, το να επιλέγεις το κομμάτι, το να μην τολμήσεις να σηκωθείς να χορέψεις διώχνοντας τον προηγούμενο, το να του πεις "κουράγιο φίλε", το να λυγίσεις στα γόνατα την ώρα που χορεύεις και να πεις "αυτό είναι Θεέ μου, μακάρι τέτοια λύτρωση να νιώσω και την τελευταία μου στιγμή σ' αυτόν τον κόσμο".
Γιατί δεν έχει βήματα; Μα γιατί αν είχε, θα τη χόρευες με προσοχή στα βήματα, με το μυαλό κι η ζεμπεκιά όταν χορεύεται μόνο η καρδιά δηλώνει παρουσία.
Αυτά...γιατί τα πολλά λόγια φτωχαίνουν τον μοναδικό αυτό χορό που όποιος δεν πόνεσε, δεν έχει νιώσει και ποτέ του την ανάγκη να τον χορέψει.
Και κάτι τελευταίο...Έχετε προσέξει πόσο εύκολα αναγνωρίζει κανείς αυτόν που δεν το ζει το τραγούδι αλλά χορεύει για πλάκα; Είναι τρομερό το πόσο ρηχός γίνεται τότε ο χορός του. Αν το νιώθεις, θα δακρύσουν κι οι άλλοι μαζί σου, αν το νιώθεις δε θα βγάλεις όλο το τραγούδι στα όρθια, θα λυγίσεις και γόνατα, θα σκύψεις και κεφάλι, αν τον νιώθεις θα κοιτάζεις μόνο κάτω χαμηλά και κάποιες στιγμές πάνω ψηλά, μα ποτέ στον κόσμο, αν το νιώθεις θα κλείσεις και για λίγο τα μάτια, θα τραγουδάς και το στίχο...

 

 

 

Κώστας Παπαδημητρίου

Share: